Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Το περίπτερο


Έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου με δύναμη. Μηχανικά, έβαλε το κλειδί στην μίζα κι η μηχανή πήρε μπροστά.

Ήταν το «φάρμακο» του, η βόλτα με τ’ αυτοκίνητο. Όχι, όμως, έτσι. Όχι έτσι.

Πουθενά δεν πήγαινε. Απλά να βγει στ’ ανοιχτά, στα γρήγορα.

Τόσα χρόνια οδηγός, το σώμα του μπορούσε να δουλεύει στον αυτόματο στο τιμόνι. Μια φορά τον πρόδωσε και παραλίγο να ήταν η τελευταία. Δεν ήταν όμως.

Σταμάτησε μπροστά σ’ ένα σπίτι. Πάρκαρε κι άναψε τσιγάρο. Άφησε τον καπνό να μπει στο μυαλό του, να το ξεθολώσει.

Το αναγνώρισε. Το σπίτι της. Έχει έρθει τόσες φορές. Πως βρέθηκε εδώ δεν το κατάλαβε.

Ο Μάνος δεν απαντούσε. Ούτε στο μήνυμά του τού απάντησε ποτέ. Ήθελε κάτι απόψε. Κάτι να ξεφύγει.

Δίψαγε. Ο λαιμός του ήταν πιο τραχύς κι από τον οδοντωτό στα Καλάβρυτα.

Έφυγε να πάει στο περίπτερο, να πάρει και καπνό, να καπνίσει ένα «βαρύ», ένα «σέρτικο».

Άνοιξε το ψυγείο και πήρε ένα μπουκάλι αλκοόλ. Σταμάτησε στο παραθυράκι.

«Ένα καπνό κι αυτό», έτεινε το χέρι του με το μπουκάλι, «πόσο κάνουν?»

«7 ευρώ»

«Ορίστε»

Γύρισε και τον κοίταξε. Τον κοίταξε κι ο περιπτεράς. Ένας μεσόκοπος, μουσάτος ψαρομάλλης, με μαύρο πουκάμισο. Η ματιά του τον διαπέρασε. Μα πως τον κοίταζε έτσι?

Κατάλαβε τότε ότι το δικό του βλέμμα ήταν... ήταν... Κοίταξε τον κοίλο καθρέφτη που κρεμόταν από το περίπτερο. Τα μάτια του σφιχτά, το βλέμμα του αλαφιασμένο... «Τρελός», σκέφτηκε.

«Μπορείτε να μου τ’ ανοίξετε?» Ο περιπτεράς πήρε το μπουκάλι χωρίς να πει κουβέντα, το έβαλε ανάμεσα στα πόδια του, πήρε ένα μεγάλο κόκκινο Bic αναπτήρα και με δύο προσπάθειες το άνοιξε. Έτεινε το χέρι του με το μπουκάλι.

Μειδίασε...χαμογέλασε...τον κοίταξε...

Πρόλαβε να ψελλίσει ένα «ευχαριστώ». Ο περιπτεράς κατάλαβε... τον κατάλαβε, πως ήταν, τι σκεφτόταν, τι χρειαζόταν ίσως...
Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και του χαμογέλασε...Ναι, αυτό έκανε...

Ήπιε μια γερή γουλιά...δυο, τρεις...Πάτησε βαρύ το πόδι του στο γκάζι...Οι σειρήνες ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσε...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου