Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

Ούτε απόψε Πανσέληνος. Ένα κομμάτι λείπει. Το Φιλί σου.



Το σώμα-λέει-
στη γενική:του σώματος
και γενικά το σώμα
άλλη λέξη πυκνότερη δεν έχω
παίρνω τη νάϋλον σακκούλα
μπαίνω στα λαϊκά εστιατόρια
μαζεύω ψαροκόκκαλα
για τις άγριες γάτες της γειτονιάς
στα διαλείματα-λέει-
κουβεντιάζω με τους μουσικούς
στα σκοτεινά παρασκήνια-
τί απέραντη απόσταση διανύω
απ'το σώμα σου
έως το σώμα σου.
...........................


Ύστερα νύχτωσε
δύο ξύλινες καρέκλες
στο φεγγάρι
πάνω στις καρέκλες
οι δυό τους
ξυπόλυτοι
αντικρυστά
αγγίζοντας μόλις
τα δυό μεγάλα δάκτυλα
των ποδιών τους.
.........................
Το σώμα σου στην αμμουδιά
η άμμος κολλημένη στη σάρκα σου
η άμμος στα χέρια μου
στη γλώσσα μου
να σε ανακαλύπτω
πίσω απ'το λεπτότατο εμπόδιο
κ'η άμμος να πέφτει απ'τα μαλλιά μας
να κατακάθεται στο βυθό της σιωπής
κ'εμείς
ωραίοι φρασκολουσμένοι
απ'τα δικά μας νερά αναδυμένοι
στο φως και στο σώμα
τούτης της γης.

.....................


Εἶπε:
ψηφίζω τὸ γαλάζιο.
Ἐγὼ τὸ κόκκινο.
Κι ἐγώ.

Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.

Διαστολὴ τῆς νύχτας.
Διαστολὴ τοῦ σώματος.
Συστολὴ τῆς ψυχῆς.

Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
Σὲ πλησιάζω.

Ἕνα ἄστρο
ἔκαψε τὸ σπίτι μου.

Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν
στὴν ἀπουσία σου.
Σὲ ἀναπνέω.

Ἡ γλῶσσα μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου-
σκοτεινὸ δάσος.
Οἱ ξυλοκόποι χάθηκαν
καὶ τὰ πουλιά.

Ὅπου βρίσκεσαι
ὑπάρχω.

Τὰ χείλη μου
περιτρέχουν τ᾿ ἀφτί σου.

Τόσο μικρὸ καὶ τρυφερὸ
πῶς χωράει
ὅλη τὴ μουσική;

Ἡδονή-
πέρα ἀπ᾿ τὴ γέννηση,
πέρα ἀπ᾿ τὸ θάνατο.
Τελικὸ κι αἰώνιο
παρόν.

Ἀγγίζω τὰ δάχτυλα
τῶν ποδιῶν σου.
Τί ἀναρίθμητος ὀ κόσμος.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει
ὅλος ὁ κόσμος;

Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει
βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.
Ἑνώνεται.

Τώρα
μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ
ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου
κι ὁ σφυγμός μου.

Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.

Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;

Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.
......................................
Το νύχι στο μικρό σου δάκτυλο
πιο απέραντο απ'τη θάλασσα.
Πού με αρμενίζεις;

Το ανείπωτο
μεγεθύνεται,
μεγαλουργεί.

Το σώμα σου
μ'εκτοπίζει
με περιέχει.
Πλαγιάζω κ'εγείρομαι
μέσα σου.

Έρωτας,
η βαθειά τομή-
αυτό που ονειρευτήκαμε
μισό στην άγνοια,
μισό στο απόλυτο,
εδώ.

Πώς όλα σχετίζονται
με σένα-
οι απέραντες κόκκινες τέντες,
τα σπουργίτια στην ταράτσα,
η βρύση στο λουτρό-
αόρατα δέντρα,ο αέρας.
.......................................
Όχι.Όχι.
Η ανάμνηση του σώματος
δεν είναι σώμα.
Σφίγγω
συμπυκνωμένο αέρα.

Με συσχετίσεις,
με ομοιώσεις,
σε αναπλάθω
κατά τμήματα.
Δεν ακεραιώνομαι.

Είπα παράθυρο.
Δεν είταν.
Όλα τα παράθυρα
ανοίγουν προς εσένα.

Το απερίφραστο-έλεγε-
εξοστρακίζει το ποίημα.
Ας είναι.
Προτιμώ το σώμα σου.
..................................
Η ποίηση αδρανεί.
Εντοπίζομαι
σ'ένα σημείο του σώματός σου.
Περίκλειστος,
ελευθερώνομαι.
.........................
Γαλάζιε μου-έλεγες-
γαλάζιε μου.
Είμαι.
Πιο κι απ'τον ουρανό.
Όπου κι αν βρίσκεσαι
σε περιβάλλω.

Κρατάω το σφυρί,
πελεκάω τον αέρα,
φτάχνω το άγαλμά σου
ανοιχτό,
μπαίνω μέσα,
μένω.
..............................
Ψάχνω τις γωνιές της νύχτας-
ο αγκώνας σου,το γόνατό σου,
το πηγούνι σου.
Πέτρες κατρακυλούν.
Καθόλου θόρυβος.
Πού είσαι;
...............................
Όλη νύχτα
τ'όνομά σου
κελαϊδάει μέσα στο στόμα μου,
πίνει το σάλιο μου,
με πίνει.
Τ'όνομά σου.
................................
Πρωί πρωί το τηλέφωνο`
ολόγυρα θόρυβος`
αμάξια,φωνές,ιχθυοπωλεία`
ένα ποδήλατο πέφτει απ'τη γέφυρα`
κι άξαφνα
στο κέντρο του θορύβου
μια απόλυτη σιωπή
γεμάτη από τη φωνή σου.
.....................................
Το σώμα
ουρανός είναι.
Καμιά πτήση
δεν το εξαντλεί.
..........................
Πουλιά,βουνά και νύχτες-
ό,τι όμορφο
με τ'όνομά σου το φωνάζω`
ακούει κι αποκρίνεται.

Μες στο αίμα μου κυκλοφορείς,
γεμίζεις το σώμα μου.
Χωράω τον κόσμο.
...............................
Όμορφη μέρα-
δεν την αντέχω
να μην είσαι εδώ.

Αίμα το δείλι,
αίμα η νύχτα,
αίμα τα τριαντάφυλλα.
Εσύ-το αίμα μου.

Αλλού καθένας μας.
χωριστά και μαζί.
κρατάω το χέρι σου.
με κρατάει.
Σαν θάρθει η άνοιξη-

Έβγαλα το σακκάκι μου
τόριξα στους ώμους σου.
Στη δεξιά τσέπη
είναι ένα κάτασπρο βότσαλο
ζεστό.

Σε μικρούς στίχους
μεγάλα πράγματα κρύβονται
ανείποτα.
Εσύ ξέρεις.
...............................
Ψηλά που μ'ανεβάζουν
τα φιλιά σου.
Χάνομαι.
Κράτα με.
.......................
Γδυθήκαμε.
Κλείσαμε έξω απ'την πόρτα
τα σπίτια,τα σκυλιά,
τους κήπους,τ'αγάλματα,
το θάνατο.

Το ξέρεις;
εκείνα τα δυό κάστανα
μένουν ακόμη
επάνω στο γυμνό τραπέζι.
Σ'αγαπώ.

Πώς ζουν οι πεθαμένοι
χωρίς έρωτα;

Βαθειά συνουσία.
Πόλεις γκρεμίζονται,
άλογα καλπάζουν,
φανοστάτες πέφτουν,
άηχα,άηχα.
...................................
Δεν σου τηλεφωνώ.
Σε σωπαίνω.
Σε είμαι.
Τις νύχτες,
όταν αδειάζουν τα πάρκα,
μιλώ με τ'αγάλματα.
................................
Απ'την αρχή συλλάβισα μαζί σου
τη μουσική-
ντο,ρε,μι,
αντέστρεψα τα γράμματα
ι μ ε ρ ο ν τ-
βρήκα τη μουσική να σου μιλώ
χωρίς ν'ακούγομαι.

Ιμερόντ σε ονομάζω,
Ιμερόντ-
ίσως έτσι
τον ίμερο τιμώ.
Σκίζω το φόρεμά σου,
ανεβαίνω τη σκάλα,
νηστεύω το νερό.
...............................
Τώρα
προς ποιά πλευρά του ορίζοντα
τα μαλλιά σου ανεμίζουν;

(στον δρόμο για το σπίτι...χτες βράδυ...)
Ούτε απόψε πανσέληνος.
Ένα κομμάτι λείπει.
Το φιλί σου.

......................
Αυτός ο φόβος
μήπως έμεινε κάτι
που δεν πήρα.
Κι ο φόβος
μήπως εκείνο το απέραντο
έχει τέλος.



(σ' ευχαριστώ που τ' ανακάλυψες και τον μοιράστηκες μαζί μου...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου